tipobet bets10

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

Υπάρχουν τρεις τύποι σόφτμπολ. Στον πιο κοινό τύπο, το σόφτμπολ βραδείας-ρίψης (slow-pitch softball), η μπάλα, η οποία έχει περιφέρεια 11 ή 12 ίντσες ανάλογα την ηλικία και το πρωτάθλημα, θα πρέπει να διαγράφει καμπύλη τροχιά όταν ρίπτεται προς τον ροπαλοφόρο (batter), υπάρχουν δέκα (10) παίκτες στο γήπεδο κάθε φορά, και το στημένο χτύπημα (bunt) καθώς και το κλέψιμο (steal) βάσης απαγορεύονται. Στο σόφτμπολ ταχείας-ρίψης (fast-pitch softball), η ρίψη είναι γρήγορη, υπάρχουν εννέα (9) παίκτες στο γήπεδο κάθε φορά, και το στημένο χτύπημα (bunt) καθώς και το κλέψιμο (steal) βάσης επιτρέπονται. Tο σόφτμπολ τροποποιημένης-ρίψης (modified softball) περιορίζει την κίνηση ρίψης του ρίπτη, αν και ο ρίπτης επιτρέπεται να ρίξει όσο το δυνατόν ταχύτερα περιοριζόμενος όμως σε μια πίσω ταλάντευση. Οι κανόνες του σόφτμπολ διαφέρουν κάπως από εκείνους του μπέιζμπολ. Δύο σημαντικές διαφορές είναι ότι η μπάλα πρέπει να ριφθεί από κάτω (underhand), από τα 14,02 μέτρα (46 πόδια) για τους άνδρες ή 13,11 μέτρα (43 πόδια) για τις γυναίκες σε σύγκριση με τα 18,4 μέτρα (60,5 πόδια) του μπέιζμπολ και ότι επτά (7) περίοδοι (inning) απαρτίζουν ένα κανονικό παιχνίδι, αντί εννέα (9).

Παρά το όνομα, η μπάλα που χρησιμοποιείται στο σόφτμπολ δεν είναι ούτε πολύ μαλακή ούτε πολύ ελαφριά. Έχει περίπου 30,5 cm (12 ίντσες) περιφέρεια (11 ή 12 ίντσες στο βραδείας-ρίψης), η οποία είναι 8 cm (3 ίντσες) μεγαλύτερη από μία μπάλα μπέιζμπολ. Τα παιδικά πρωταθλήματα σόφτμπολ συνήθως χρησιμοποιούν μπάλα των 11 ιντσών. Το εσωτερικό γήπεδο (infield) στο σόφτμπολ είναι μικρότερο από ότι ένα «διαμάντι» (diamond) μπέιζμπολ. Οι βάσεις απέχουν 18,29 μέτρα (60 πόδια) η μία από την άλλη, σε αντίθεση με τα 27,43 μέτρα (90 πόδια) των βάσεων του μπέιζμπολ. Επίσης, το εσωτερικό γήπεδο στο σόφτμπολ ταχείας-ρίψης δεν έχει γρασίδι εν αντιθέσει με του μπέιζμπολ που έχει.

Το σόφτμπολ παίζεται από δυο ομάδες των εννέα παικτών: την επιτιθέμενη και την αμυνόμενη, οι οποίες εναλλάσσουν ρόλους. Εκτός από τους εννιά αγωνιζόμενους παίκτες μπορούν να υπάρχουν και άλλοι, μέχρι 15 ή 17 συνολικά, από τους οποίους σε κάθε αγώνα επιλέγονται εννιά.

Οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας, είναι οι εξής:

  • ρίπτης (pitcher)
  • λήπτης (catcher)
  • αμυντικός πρώτης-βάσης (first baseman)
  • αμυντικός δεύτερης-βάσης (second baseman)
  • αμυντικός τρίτης-βάσης (third baseman)
  • διαγώνιος (shortstop)
  • αριστερός αμυντικός (left fielder)
  • κεντρικός αμυντικός (center fielder)
  • δεξιός αμυντικός (right fielder)

Οι παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας αγωνίζονται διαδοχικά στη θέση του ροπαλοφόρου (batter). Το παιχνίδι δεν έχει χρονική διάρκεια. Μόλις τρεις ροπαλοφόροι της επιτιθέμενης ομάδας αποκλειστούν, οι ομάδες αλλάζουν ρόλους ώστε να ολοκληρωθεί μία περίοδος.

Τρόπος Παιχνιδιού

Ένα παιχνίδι σόφμπολ μπορεί να διαρκέσει από 3 έως 7 περιόδους (inning), ή 1-2 ώρες, ανάλογα το πρωτάθλημα, τους κανόνες και τον τύπο του σόφτμπολ. Ωστόσο 7 περίοδοι είναι η πιο κοινή εκδοχή. Σε κάθε περίοδο, η κάθε ομάδα βρίσκεται στην επίθεση και χτυπάει με το ρόπαλο (bat) μέχρι τρεις ροπαλοφόροι (batter) να βγουν άουτ (out) (βλέπε παρακάτω). Οι ομάδες εναλλάσσονται στην επίθεση. Επισήμως, το ποια ομάδα θα χτυπήσει πρώτη στην επίθεση, αποφασίζεται με στρίψιμο νομίσματος, αν και ένα σε κάποια πρωτάθλημα αυτό καθορίζεται από πριν. Ο πιο κοινός κανόνας είναι ότι η γηπεδούχος ομάδα χτυπάει δεύτερη. Αυτός που χτυπάει δεύτερος ονομάζεται επίσης «τελευταίος-στο-ρόπαλο». Πολλοί παίκτες του σόφτμπολ προτιμούν να χτυπάνε δεύτεροι επειδή αισθάνονται ότι έχουν περισσότερο έλεγχο στην τελευταία περίοδο, δεδομένου ότι έχουν το τελευταίο-ρόπαλο.

Σε περίπτωση ισοπαλίας, συνήθως παίζονται επιπλέον περίοδοι μέχρι να λυθεί η ισοπαλία, εκτός από ορισμένα τουρνουά και πρωταθλήματα. Εάν η γηπεδούχος ομάδα προηγείται και η φιλοξενούμενη ομάδα έχει μόλις τελειώσει το μισό της έβδομης περιόδου (τη δικής της σειρά στο ρόπαλο δηλαδή), το παιχνίδι τελειώνει, επειδή δεν είναι απαραίτητο η γηπεδούχος ομάδα να χτυπήσει πάλι. Σε όλες τις μορφές του σόφτμπολ, η αμυνόμενη ομάδα είναι η ομάδα που βρίσκεται στο γήπεδο και η επιτιθέμενη ομάδα βρίσκεται το ρόπαλο με σκοπό να κτυπήσει τη μπάλα και να προσπαθήσει να επιτύχει γύρους (run).

Ρίψη

Το παιχνίδι ξεκινά με τον διαιτητή να αναφωνεί «Παίξτε Μπάλα» (“Play Ball”). Αφού ετοιμαστεί ο ροπαλοφόρος και όλοι οι αμυντικοί (εκτός του λήπτη-catcher) είναι στην κανονική περιοχή (fair territory), ο ρίπτης στέκεται στην πλάκα του ρίπτη και επιχειρεί να ρίψει τη μπάλα στον λήπτη ο οποίος βρίσκεται πίσω από την κύρια βάση (home plate). Το πέταγμα, ή ρίψη, πρέπει να γίνεται με μία «από κάτω» (underhand) κίνηση. Η μπάλα πρέπει να απελευθερωθεί κάτω από το ισχίο, όταν το χέρι και κατ’ επέκταση ο αγκώνας, δεν βρίσκεται πιο μπροστά από το ισχίο για μπει στη ζώνη στράικ (stike zone).

Ροπαλοφόροι

Η επιτιθέμενη ομάδα στέλνει έναν «ροπαλοφόρο» (“batter”) κάθε φορά στην κύρια βάση (home plate) με σκοπό χρησιμοποιώντας το ρόπαλο να προσπαθήσει να χτυπήσει τη ρίψη εντός κανονικής περιοχής (fair territory). Η σειρά με την οποία οι παίκτες ανεβαίνουν στο ρόπαλο, είναι γνωστή ως «σειρά χτυπήματος» (“batting order”) και πρέπει να παραμείνει η ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Οι αλλαγές και οι αντικαταστάτες πρέπει να χτυπούν στην ίδια θέση με τον παίκτη που αντικαθιστούν. Στο μικτό (co-ed) σόφτμπολ, οι άντρες και οι γυναίκες ροπαλοφόροι πρέπει να εναλλάσσονται στη σειρά χτυπήματος.

Ο ροπαλοφόρος αντιμετωπίζει τον ρίπτη βρισκόμενος εντός του «πλαισίου του ροπαλοφόρου” (“batters box”) (υπάρχει ένα σε κάθε πλευρά της κύριας βάσης, για δεξιόχειρες και αριστερόχειρες ροπαλοφόρους). Το ρόπαλο κρατείται με τα δύο χέρια, πάνω από τον ώμο και μακριά από το ρίπτη (90 μοιρών). Η μπάλα συνήθως χτυπιέται με μια πλήρη περιστροφή του ροπάλου στην οποία το ρόπαλο μπορεί να κινηθεί περισσότερο από 360 μοίρες. Ο ροπαλοφόρος συνήθως βηματίζει προς τα εμπρός με το μπροστινό πόδι, το βάρος του σώματος μετατοπίζεται προς τα εμπρός, καθώς ο ροπαλοφόρος περιστρέφει ταυτόχρονα το ρόπαλο. Το στημένο χτύπημα (bunt) είναι μια άλλη μορφή χτυπήματος. Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι, συμπεριλαμβανομένου του στημένου χτυπήματος θυσίας (sacrifice bunt), ή του στημένου-κοφτού χτυπήματος (slap bunt). Υπάρχει επίσης και το απλό κοφτό χτύπημα (slap) στο οποίο ένας ροπαλοφόρος λαμβάνει θέση στην αριστερή πλευρά της κύριας βάσης και συνήθως βρίσκεται στο πίσω μέρος του πλαισίου, αλλά μπορεί να εκτελεστεί από οποιοδήποτε άλλο σημείο στο πλαίσιο. Ο ροπαλοφόρος παίρνει ένα βήμα πίσω με το βασικό του πόδι καθώς ο ρίπτης βρίσκεται στη μέση της κίνησής του, περνάει το πίσω πόδι πάνω από το μπροστά και τρέχει προς την πρώτη βάση, ενώ χτυπάει το ρόπαλο. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι κοφτών χτυπημάτων και όλοι ποικίλλουν ανάλογα με τον ροπαλοφόρο και τις δυνατότητές τους. Υπάρχουν μισά κοφτά χτυπήματα (half swing slaps), ψεύτικα κοφτά χτυπήματα (fake slaps) και την πλήρη κοφτά χτυπήματα (full swing slaps). Κάθε τύπος κοφτού χτυπήματος έχει διαφορετικό σκοπό ή στόχο. Άσχετα με ποιο τρόπο ο ροπαλοφόρος θα χτυπήσει τη μπάλα, θα πρέπει να είναι εντός του πλαισίου του ροπαλοφόρου όταν το ρόπαλο κάνει επαφή με την μπάλα. Εάν ο ροπαλοφόρος πατήσει εκτός πλαισίου ενώ περιστρέφει το ρόπαλό του, ο ροπαλοφόρος είναι άουτ (out).

Το παιχνίδι διεξάγεται σε επτά περιόδους (inning). Κάθε περίοδος ολοκληρώνεται μόλις τρεις ροπαλοφόροι (batter) ή δρομείς (runner) από κάθε ομάδα βγουν άουτ (out) από το παιχνίδι. Νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα που θα επιτύχει τους περισσότερους γύρους (run). Δεν υπάρχει ισοπαλία αλλά διεξάγεται μία επιπλέον περίοδος ή και περισσότερες, μέχρι κάποια ομάδα να προηγηθεί στο σκορ. Αν ένα ισόπαλο παιχνίδι φτάσει στην έβδομη περίοδο και δεν έχει αναδειχθεί νικητής, παίζεται επιπλέον περίοδος στην οποία η επιτιθέμενη ομάδα ξεκινά με έναν δρομέα στη δεύτερη βάση.

Στο ξεκίνημα του παιχνιδιού ο ρίπτης ρίπτει την μπάλα προς τον μπάτερ, στην προβλεπόμενη ζώνη (strike zone), και εκείνος πρέπει να την αποκρούσει με το μπαστούνι. Η προβλεπόμενη ζώνη είναι προς τα πάνω ανάμεσα στη ζώνη και στους ώμους του μπάτερ και χαμηλά μέχρι το ύψος του γόνατου. Αν η μπαλιά δεν είναι στη σωστή ζώνη, ο ρίπτης έχει δικαίωμα να προσπαθήσει μέχρι τέσσερις φορές. Αν δεν τα καταφέρει ακυρώνεται και η αντίπαλη ομάδα κερδίζει πόντο, ενώ στη συνέχεια αντικαθίσταται από άλλο συμπαίκτη του.

Μόλις ο μπάτερ αποκρούσει τη μπάλα και αυτή βρει στο έδαφος, αφήνει το μπαστούνι αρχίζει και τρέχει προς την α΄ βάση, πριν κάποιος από τους παίκτες της αμυνόμενης ομάδας στείλει τη μπάλα στο συμπαίκτη του της α΄ βάσης. Αν προλάβει να κάνει το γύρω και των τεσσάρων βάσεων, η ομάδα του κερδίζει έναν πόντο. Γι’ αυτό προσπαθεί να στείλει την μπάλα όσο μακρύτερα γίνεται, αν είναι δυνατόν έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Αλλιώς περιμένει στη βάση που έφτασε, μέχρι να αγωνιστεί ο επόμενος μπάτερ. Έτσι συνεχίζεται το παιχνίδι, μέχρι και οι εννιά παίκτες να περάσουν από τη θέση του μπάτερ ή μέχρι να ακυρωθούν τρεις μπάτερ, οπότε οι ομάδες αλλάζουν θέσεις.

Ένας μπάτερ ακυρώνεται αν δεν καταφέρει να αποκρούσει τρεις έγκυρες μπαλιές του ρίπτη και τις πιάσει ο κάτσερ, αν η μπαλιά του καταλήξει σε αντίπαλο παίκτη πριν πέσει στο έδαφος ή αν παίκτης της αμυνόμενης ομάδας που έχει πιάσει με τη μπάλα προλάβει να ακουμπήσει μία βάση πριν από παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας που κινείται προς αυτή.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

“Δύο αθλήματα μια φιλοδοξία”

“Δύο αθλήματα μια φιλοδοξία”

Η ομοσπονδία Μπέιζμπολ-Σόφτμπολ του Ηνωμένου Βασιλείου  ανακοίνωσε ένα νέο στρατηγικό σχέδιο για τα αθλήματα στη "γηραιά Αλβιόνα", με κύριο στόχο...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ